
Στην Ελλάδα η λέξη «αυθαιρεσία» (πράξη ή συμπεριφορά που παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων) έχει μια «ξεχωριστή θέση στη καρδιά μας»… όπως και στη αρχιτεκτονική, που πολλές φορές θέλοντας να πρωτοτυπήσει, να «προετοιμάσει τα κελύφη του μέλλοντος» και να αγγίξει με τις μεγαλεπήβολες χειρονομίες, τις έννοιες και ιδανικά συνήθως αυθαιρετεί… εις βάρος του δομημένου παρελθόντος… και της κοινωνίας; Όχι, για αυτό κάποιοι άλλοι φταίνε… «σφοδρές αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί κατά τις κατεδάφισης των δύο διατηρητέων κτιρίων που προέρχονται τόσο από τους ιδιοκτήτες, όσο και από ένα μεγάλο αριθμό αρχιτεκτόνων και μερίδα της κοινής γνώμης. Πέρα από το συναισθηματικό και αισθητικό σκέλος του ζητήματος οι αντιδρώντες στη θυσία των δύο αρχιτεκτονημάτων επικαλούνται την ανακολουθία της πολιτείας, που έως πρότινος είχε εξαιρέσει τα δύο κτίρια από τις αναγκαίες για το Μουσείο, απαλλοτριώσεις… Η άρση της προστασίας των δυο διατηρητέων αποφασίστηκε από την πολιτεία και συγκεκριμένα από τα αρμόδια γνωμοδοτικά όργανα του υπουργείου Πολιτισμού (στην κοινή συνεδρίαση αρχιτεκτόνων και αρχαιολόγων στις 3 Ιουλίου του 2007, αποφασίστηκε ο αποχαρακτηρισμός της Δ. Αρεοπαγίτου 17) δημιουργεί απαράδεκτο προηγούμενο και πλήττει την αξιοπιστία της πολιτείας. Σύμφωνα με την νομολογία του συμβουλίου Επικρατείας δεν επιτρέπεται ο αποχαρακτηρισμός διατηρητέου κτιρίου, «εκτός εάν διαπιστωθεί αιτιολογημένα ότι ο χαρακτηρισμός του είχε γίνει χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις ή είχε εμφιλοχωρήσει πλάνη». Το εν λόγω κτίριο είναι το μοναδικό δείγμα art deco της αρχιτεκτονικής του μεσοπολέμου, σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα και γνωστό ακαδημαϊκό Β. Κουρεμένο. Άρα σαφής η αυθαιρεσία της πολιτείας… και εδώ όμως υπάρχει ένα αλλά... «όποιος αντικρίσει τον Παρθενώνα από το ύψωμα του νέου μουσείου θα διαπιστώσει ότι οι πίσω όψεις αποτελούν παραφωνία παρά τις επιμελημένες όψεις (όπως συμβαίνει με αναρίθμητα διατηρητέα), είναι το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς άχαρες».
«Οι υπέρμαχοι της διάνοιξης του χώρου με την υποχρεωτική ισοπέδωση των ιδιωτικών κτιρίων υπογραμμίζουν την ανάγκη οπτικού διαλόγου ανάμεσα στο νέο μουσείο και την Ακρόπολη». Ο Bernard Tchumi στην ομιλία του στο ΥΠ.ΠΟ 11 Ιουλίου του 2007 αναφέρει :«Το Μουσείο αφορά την κίνηση, είναι μια κίνηση στον χώρο και στον χρόνο. Βλέπεις αντικείμενα αλλά βιώνεις και μια ιστορική εμπειρία. Ο τρόπος που συλλάβαμε το Μουσείο ήταν ο εξής: Θέλαμε το κτίριο να λειτουργήσει σαν αρχιτεκτονικός περίπατος του υφιστάμενου τοπίου. Η ιδέα ήταν πριν ακόμη εισέλθει κανείς στο Μουσείο και περπατώντας ήδη στον δρόμο να αρχίζει να αντιλαμβάνεται την ‘ύπαρξη των ευρημάτων που θα συναντούσε μέσα στο κτίριο». Αναλύει επιπλέον πως μετουσιώνεται η φιλοσοφία του «ορατότητα και αλληλεπίδραση» μέσα στο Μουσείο (ανεβαίνεις μια γυάλινη ράμπα που σου επιτρέπει την θέαση των ευρημάτων κατά την εκσκαφή ενώ μπορείς να βλέπεις δεξιά σου, αριστερά σου από πάνω σου τα γλυπτά που εκτίθενται) και συνεχίζει «και φτάνει κανείς στην κορυφή που είναι η στοά του Παρθενώνα και όπου εκεί θα εκτίθενται οι μετόπες και άλλων γλυπτών και θα υπάρχει η δυνατότητα της θέας του Παρθενώνα». Έτσι επετεύχθη η «επίστεψη» της «ορατότητας και αλληλεπίδρασης του κτιρίου όχι μόνο κατά μορφή (φαίνεται σαν μια μινιμαλιστική απεικόνιση του βράχου με τον Παρθενώνα. Διατηρεί τις αναλογίες που υπάρχουν ανάμεσα στο βράχο και το ναό στο κτίριο του στην σχέση «επίστεψης» με το υπόλοιπο μουσείο)… αλλά και κατά ουσία. Ε, λοιπόν αν ήμασταν σε κάποιο εργαστήριο αρχιτεκτονικού σχεδιασμού του Α.Π.Θ., ο φοιτητής είχε πάρει 10 με τόνο για αυτή την καταπληκτική ιδέα που πέταξε στο τραπέζι (και με την αξία του). Ας μην ξεχνάμε όμως πως εδώ συναντάμε την αυθαιρεσία μιας αρχιτεκτονικής ιδέας η οποία με τον δυναμισμό και την μεγαλοπραγμοσύνη της κατεδαφίζει δυο διατηρητέα και καταστρέφει ένα αστικό μέτωπο που δείχνει μια ιστορική φάση της πόλης. Από την οπτική ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να είναι «καινοτόμος», καλά κάνει και τα ισοπεδώνει. Από την άλλη αυτό το «βίωμα μιας ιστορικής εμπειρίας μέσα από ένα αρχαιολογικό περίπατο» φαντάζει αδύναμο και αντιφατικό ώστε να γκρεμίσει μια άλλη κίνηση, μια κίνηση της «εξελισσόμενης στο χρόνο» Αθήνας (όπως και κάθε πόλη). Αξίζει περισσότερο κατά με και κατά άλλους…
Παραπέμπω στο άκρως ενημερωτικό blog που έχει δημιουργηθεί για αυτό το λόγο: www.areopagitou17.blogspot.com… για περαιτέρω πληροφόρηση θα σας πρότεινα να διαβάσετε το άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 21 Ιουλίου 2007 στην εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», «μουσείο με θέα: διάλογος και διχασμός» από πού πήρα τα αποσπάσματα του υπάρχουν στο post… θα διαβάσετε και άλλες πλέον ενδιαφέρουσες απόψεις (με λίγο ακραίους χαρακτηρισμούς) για το θέμα μας.
Σε αυτή την ψωροκώσταινα που κακόγερναμε γκρινιάζοντας και επικρατεί η αμάθεια ως προς την πολιτιστική μας κληρονομιά- και ίσως όλο αυτό το ζήτημα να σου δημιουργεί αμηχανία όπως και μένα αν και δε φαίνεται- που τάχα μου, τη γνωρίζουμε ως τι; Ως δυο κτίρια (αν και ξενόφερτων και ξεπερασμένων στυλ) που τα νιώθουμε πιο δικά μας… λόγω της σχέσης τους με την ανθρώπινη κλίμακας, λόγω των συναισθημάτων του χρόνου και του τόπου («φυσιογνωμία του τόπου» συνάδελφε), λόγω της ανάμνησης μιας γραφικής Αθήνας που εξιστορεί ένας παππούς περπατώντας στην Αρεοπαγίτου; Ως κάτι που γεννήθηκε εδώ όπως συμβαίνει με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό που πάντα είναι κάτι νέο για μας αλλά και μια ευχάριστη ανακάλυψη… να βρίσκει απάγκιο σε ένα νέο κέλυφος (που δίνει μεγάλη σημασία στην σωστή κλίμακα ώστε να πετύχει την σχέση με την αρχαία Ελλάδα, αλλά με το άμεσο περιβάλλον του ούτε καλημέρα δεν θέλει);
Για τέλος θεωρώ ότι μια σύγχρονη πόλη για να έχει ένα πιο νέο πρόσωπο χρειάζονται τομές και θυσίες ...αλλά να αφαιρέσουμε την γοητεία της, την ιστορία της; Θα έπρεπε να την λάβουμε λίγο υπόψη μας, έτσι δεν είναι;
